Η ΑΓΧΩΔΗΣ ΝΕΥΡΩΣΗ και τα γενικά χαρακτηριστικά της

Η ΑΓΧΩΔΗΣ ΝΕΥΡΩΣΗ και τα γενικά χαρακτηριστικά της

Παρά το ότι ακριβή στοιχεία δεν υπάρχουν, γιατί πολλοί αγχώδεις άρρωστοι δεν επισκέπτονται γιατρό ή δεν παρακολουθούνται από παθολόγους, καρδιολόγους κλπ, και γενικά δεν µπαίνουν σε νοσοκομεία, είναι βέβαιο πως κατέχουν τη µεγαλύτερη µερίδα των ψυχονευρωτικών. Οι Αγχώδεις Νευρωτικοί υπολογίζεται ότι ανέρχονται στο 2-5% του γενικού πληθυσµού. Οι γυναίκες παρουσιάζουν την κατάσταση σε πολύ µεγαλύτερη αναλογία από τους άνδρες, οπωσδήποτε σε υπερδιπλάσιο αριθµό. Συνηθέστερη ηλικία έναρξης είναι η πρώτη νεανική.

Κληρονοµική επιβάρυνση δεν έχει αποδειχθεί να υπάρχει στην αγχώδη νεύρωση. Οι γονείς αγωνιούν για το επόµενο βήµα τους, την έκβαση των υποθέσεών τους, την υγεία τη δική τους και των παιδιών τους και αντιδρούν µε συναισθηµατικές υπερβολές σε ορισµένες δυσχέρειες ή κινδύνους. Φυσικό είναι µια τέτοια ατµόσφαιρα να µεταδίδει µια εναγώνια αναµονή στα παιδιά, που έχουν την τάση συνταύτισης µε τους γονείς.

Η συνεχής υπερπροστατευτική στάση των γονέων µε φροντίδες για πιθανούς κινδύνους που µπορεί να διατρέξουν τα παιδιά, τα καθιστά διστακτικά και ανασφαλή και τους δηµιουργεί µια υπερβολική εξάρτηση από αυτούς, κυρίως με τη µητέρα. Το γονεϊκό περιβάλλον των αγχωδών σε πολλές περιπτώσεις ακολουθεί αυστηρές αρχές και πεποιθήσεις που τοποθετούν το παιδί µπροστά σε αυξηµένες ευθύνες για τις οποίες δεν νιώθει ικανό και έτσι τελικά προκύπτουν αµφιθυµικά αισθήµατα προς τους γονείς. Άλλες προδιαθεσικές πηγές µελλοντικού άγχους είναι ο αποχωρισµός από γονέα, ο θάνατός του ή η υιοθεσία.

Βασικό γνώρισµα της προσωπικότητας των αγχωδών νευρωτικών είναι η ενδοστρέφεια και η έλλειψη εκδηλωτικότητας, αυθορµητισµού ή οποιουδήποτε ενθουσιασµού. Οι άρρωστοι περιγράφουν τον εαυτό τους ότι ανέκαθεν ήταν κλειστοί, σοβαροί, τυπικοί, ήσυχοι αλλά και αγωνιώδεις. Παρατηρείται σε πολλούς αίσθηµα κατωτερότητας και ανεπάρκειας, διστακτικότητα στις σχέσεις µε τους άλλους και ιδιαίτερα με το άλλο φύλο, τόσο ώστε κάποτε να φαίνονται επιφανειακά αδιάφοροι ή ασεξουαλικοί.

Άλλο σηµαντικό χαρακτηριστικό είναι η καταπίεση των συναισθηµάτων και η αυστηρότητα προς τον εαυτό τους. Ελέγχουν τις ενέργειές τους, ώστε να µην υπάρξει έκδηλη επιθετικότητα, γι’ αυτό εµφανίζονται υποχωρητικοί και συµµορφωµένοι προς τα κοινωνικώς καθιερωµένα, ενώ κατά βάθος αγωνιούν. Προς τους συγγενείς δείχνουν φιλοτιµία, γι’ αυτό ενοχλούνται εύκολα από σχόλια, είναι εύθικτοι και στις λίγες φορές που θα εκδηλώσουν µετά από πολλή υποµονή την αντίθεσή τους, αυτό γίνεται εκρηκτικά.

Οι περισσότεροι αγχώδεις είναι εξαρτηµένοι συναισθηµατικά, δύσκολα δέχονται τους αποχωρισµούς και ακολουθούν τους κανόνες της οµάδας, πράγµα που τους εµφανίζει σαν άβουλους, ενώ η προσωπικότητά τους δεν είναι ιδιαίτερα ανώριµη.

Βασικά είναι ικανά άτοµα, προοδεύουν µέσα στην κοινωνία και έχουν πολλές φιλοδοξίες, αγωνιώντας µόνο πότε θα ξεπεράσουν τις ανεπάρκειές τους. Η φιλοδοξία τους δεν φθάνει τη µαταιοδοξία και τον ναρκισσισµό των υστερικών προσωπικοτήτων ούτε τον εγωκεντρισµό των ψυχαναγκαστικών.

Η συµπτωµατολογία της αγχώδους νεύρωσης χαρακτηρίζεται από το άγχος και τα συνοδά σωµατικά ενοχλήµατα:

α) Το άγχος βιώνεται από τον άρρωστο σαν ένα δυσάρεστο συναίσθηµα ενός αόριστου, επικείµενου κινδύνου. Οι άρρωστοι χαρακτηριστικά αναφέρουν «αισθάνοµαι µια γενική ανησυχία µέσα µου», «νιώθω µια απροσδιόριστη στεναχώρια», «έχω µια αγωνία σαν να µένω αβοήθητος, έρµαιο µιας αδυσώπητης µοίρας». Το άγχος, εποµένως, το ζει ψυχικά ο άρρωστος σαν µια παθολογική αγωνία µε απρόβλεπτες συνέπειες, όπως λιποθυµία, θάνατο ή τρέλα.

β) Μια αγωνιώδης αναµονή (ψυχική ένταση) παρατηρείται στα ενδιάµεσα της έξαρσης του άγχους, η οποία δηµιουργεί έλλειψη συγκέντρωσης, απόσπαση της προσοχής ή καθήλωσή της σε δυσάρεστα θέµατα, παροδική αδυναµία της µνήµης, ευερεθιστότητα, «νευρικότητα», ανυποµονησία. Το άτοµο νιώθει ψυχικά «σφιγµένο» ή «τεντωµένο».

Συνέπεια αυτών είναι το δεύτερο σε συχνότητα σύµπτωµα της αγχώδους   νεύρωσης, οι   αϋπνίες.   Οι   περισσότεροι   παραπονούνται   για δυσκολία στην επέλευση του ύπνου, ο οποίος στη συνέχεια είναι διακεκομμένος, ανήσυχος και πολλές φορές με δυσάρεστα όνειρα.

γ) Τα νευροφυτικά συνοδά ενοχλήματα της συμπαθητικής ή παρασυμπαθητικής σειράς (ή και των δύο) είναι συνήθη στην αγχώδη νεύρωση. Η ομάδα ταχυπαλμίες – συσφιγκτικό αίσθημα στο στήθος – κρύοι ιδρώτες με αδυναμία των άκρων βρέθηκε ότι είναι το τρίτο σε συχνότητα σύνολο συμπτωμάτων (σε περισσότερους από τους μισούς αρρώστους). Οι ταχυπαλμίες (μέχρι 120-150 κατά 1') και το αίσθημα ότι η καρδιά εργάζεται έντονα («η καρδιά μου κοντεύει να σπάσει από το χτύπημα») φοβίζουν τον ασθενή και αυξάνουν τα συναισθήματα επικείμενου θανάτου. Αντικειμενικά συνήθως δεν υπάρχει αρρυθμία ή εκτακτοσυστολές, ούτε επιδείνωση από την καταβολή προσπάθειας και η συστολική πίεση παροδικά και λίγο μόνο ανεβαίνει. Παρατηρείται επίσης προκάρδιο άλγος (ο άρρωστος χαρακτηριστικά δείχνει το μαστό), διαξιφιστικό ή σαν κάψιμο, που επεκτείνεται και στο αριστερό χέρι (από αγγειακές και μυϊκές συσπάσεις) δημιουργώντας μια ψευδοστηθαγχική εικόνα.

Το συσφιγκτικό αίσθημα στο στήθος οφείλεται και στη δύσπνοια και γενικά την ακανόνιστη αναπνοή του αγχώδους, ο οποίος αισθάνεται μια δυσφορία σαν να πνίγεται («κόμπος στο λαιμό») και αναζητά καθαρό αέρα έξω από το σπίτι για να καθησυχασθεί. Όταν υπάρχει υπέρπνοια (Σύνδρομο υπεραερισμού) συμβάλλει στην εμφάνιση αιμωδίας και αισθήματος νυγμών στα άκρα ή στο στόμα, συσπάσεων των μυών μέχρι και τετανίας, αισθήματος ζάλης και αστάθειας στο βάδισμα («σαν να μην ορίζω το κεφάλι μου», «σαν να θολώνει η όρασή μου») με φόβους λιποθυμίας.

Οι κρύοι ιδρώτες είναι πιο συχνοί στις παλάμες, πέλματα και μασχάλες. Μπορεί ο άρρωστος να παραπονεθεί και για αγγειοκινητικές διαταραχές του τύπου της «έξαψης», ενός ζεστού αισθήματος, κυρίως στο πρόσωπο.

Πάνω από το ένα τρίτο των ασθενών εμφανίζει νευροφυτικά συμπτώματα από το γαστρεντερικό: αίσθημα βάρους ή συσπάσεων του στομάχου («σαν πέτρα σφίγγεται το στομάχι μου»), όξινες ερυγές, ναυτία και έμετος. Παρατηρείται ακόμα ξηροστομία ή σπανιότερα σιελόρροια.

Θα λέγαµε ότι η συστηµατική προσέγγιση του άγχους βοηθά στην αποτελεσµατικότερη διάγνωση και αντιµετώπισή του. Πρέπει να διερευνηθούν και να αντιµετωπιστούν τα βιολογικά αίτια, να διερευνηθεί το ενδεχόµενο το άγχος να εκδηλώνεται στο πλαίσιο µιας ψυχικής διαταραχής, η οποία χρήζει συνολικότερης και ειδικότερης αντιµετώπισης και αν το άγχος κριθεί ότι αποτελεί περιστασιακή αντίδραση του ασθενούς στις τρέχουσες συνθήκες της ζωής του, πρέπει να διερευνηθούν τα ψυχοκοινωνικά προβλήµατα που αντιµετωπίζει, οι υποστηρικτικές δυνατότητες του περιβάλλοντός του και οι ανάγκες, καθώς και οι µηχανισµοί της προσωπικότητάς του, µε τους οποίους προσπαθεί να διαχειριστεί τα προβλήµατα και το άγχος του.  

 

Γράφει η Αντιγόνη Σινοπούλου – Κοινωνιολόγος

Συντονίστρια Ακαδημίας των Πολιτών Καλαμάτας

About AcademyPress